Αυτό το άρθρο περιέχει θέμα που θεωρείται κάνον.

«Μου έχεις πει ότι η ύπαρξη σου δεν ήταν τίποτα παρά πόνος και απώλεια. Ποτέ δεν ένιωθες ασφαλής. Ποτέ δεν είχες σπίτι. Αξίζεις τόσα πολλά και μπορώ να μας τα δώσω. Η ζωή που θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί όταν-»
«Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή Κουίνλαν; Τέτοια που θα ήμασταν σκλάβοι στο μίσος μας; Στο θυμό μας; Αυτό με έκανε η σκοτεινή πλευρά. Αυτό
κάνει. Τίποτα δεν είναι ποτέ αρκετό. Παίρνεις περισσότερα και περισσότερα, και ποτέ δεν είσαι χαρούμενος. Είναι μια παγίδα που σε δελεάζει με τα πράγματα που θέλεις περισσότερο στη ζωή-και δεν αξίζει να τη ζεις. Το έχω αφήσει αυτό πίσω μου.»
— Ο Κουίνλαν Βος και η Ασάζ Βέντρες

Η Ασάζ Βέντρες ήταν μια Νταθομίριαν που κατά τη διάρκεια της ζωής της υπήρξε σκλάβα, Τζεντάι πάνταγουαν, μια δολοφόνος των Σιθ, μια αδερφή του σκότους και κυνηγός επικηρυγμένων.

Στις τελευταίες δεκαετίες της Γαλαξιακής Δημοκρατίας γεννήθηκε στον πλανήτη Ντάθομιρ στη φυλή μαγισσών που ήταν γνωστές ως οι αδερφές του σκότους. Η γυναίκες της φυλής την έδωσαν σε μικρή ηλικία στον εγκληματία Χαλ'Στεντ, ο οποίος την πήρε ως σκλάβα στον πλανήτη Ράτατακ. Έμεινε μόνη όταν ο αφέντης της σκοτώθηκε απο πειρατές Γουίκι, όμως αργότερα την βρήκε ο Τζεντάι Κι Νάρεκ ο οποίος κατέληξε στο Ράτατακ και άρχισε μια μάχη εναντίον των πειρατών επιδρομέων. Ο Νάρεκ μεγάλωσε τη Βέντρες, ενώ της έμαθε να χρησιμοποιεί τις ικανότητες της, δείχνοντας της τις τεχνικές των Τζεντάι και μαζί προστάτευαν τους κατοίκους του Ράτατακ και αντιμετώπισαν τις ληστρικές επιθέσεις των πειρατών και των πολεμάρχων. Μετά απο μια δεκαετία προστασίας των κατοίκων του πλανήτη, η Βέντρες έμεινε πάλι μόνη, όταν οι πειρατές σκότωσαν τον Νάρεκ με σκοπό να απαλλαγούν απο τους Τζεντάι. Εξοργισμένη από την απώλεια και χωρίς να έχει πια την καθοδήγηση, η Βέντρες στράφηκε στη σκοτεινή πλευρά υπερνικώντας τους τοπικούς πολέμαρχους και κυβερνώντας στη θέση τους. Τελικά, τη βρήκε ο Άρχοντας Σιθ, Κόμης Ντούκου και τάχθηκε κάτω από την καθοδήγηση και την κηδεμονία του ως μια δολοφόνος και επίδοξη μαθητευόμενη.

Όταν ο Πόλεμος των Κλώνων ξέσπασε σε όλα τα μήκη του γαλαξία, μεταξύ της Γαλαξιακής Δημοκρατίας και της Συνομοσπονδίας των Ανεξάρτητων Συστημάτων του Ντούκου, η Ασάζ Βέντρες έγινε διοικήτρια στο στρατό ανδροειδών και δολοφόνος υπό τις διαταγές των Σιθ. Τα κατορθώματα της την έφεραν σε ρήξη με το Τάγμα των Τζεντάι και έγινε γνωστή για την ικανότητα και την σκληρότητα της, στο να εξαπολύει πόλεμο στη Δημοκρατία. Συχνά, διασταύρωνε το ξίφος της με τους Τζεντάι και ήρωες της Δημοκρατίας, Όμπι-Ουάν Κενόμπι και Άνακιν Σκαϊγουόκερ, οι οποίοι σκόπευαν να σταματούν τις προσπάθειες της. Αν και ήταν εξαιρετικά ταλαντούχα και γνώρισε επιτυχία σε διάφορες αποστολές της, αναγκαζόταν να ανταγωνίζεται επανειλημμένα τον αρχηγό του στρατού των ανδροειδών, Στρατηγό Γκρίβους, για να κερδίσει την εύνοια του αφέντη της.

Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, ο δάσκαλος του Ντούκου, Νταρθ Σίντιους, ανησυχούσε για την αυξανόμενη δύναμη της Βέντρες και τελικά διέταξε τον μαθητή του να την σκοτώσει για να αποδείξει την αφοσίωση του. Ο Κόμης Ντούκου υπάκουσε και κατά τη διάρκεια της Μάχης του Σάλαστ, διέταξε να διαλύσουν το σκάφος στο οποίο βρισκόταν εκείνη. Παρόλα αυτά, η Βέντρες κατάφερε να επιζήσει και επέστρεψε στον πλανήτη καταγωγής της, Ντάθομιρ, για να αναζητήσει καταφύγιο και εκδίκηση. Η Τάλζιν και οι υπόλοιπες της φυλής την υποδέχθηκαν στην αδελφότητα τους και μαζί συνωμότησαν για το πως θα σκότωναν τον Ντούκου. Μετά απο μια αποτυχημένη προσπάθεια, οι αδερφές του σκότους αποφάσισαν να στείλουν ένα μαχητή του χεριού τους για να μαθητεύσει δίπλα στο Ντούκου. Σύντομα, επέλεξαν το Ζάμπρακ, Σαβάζ Οπρές, για να γίνει ο μαθητής του Κόμη Ντούκου και να βοηθήσει την Βέντρες στο να τον σκοτώσει. Αυτό το σχέδιο πήγε στραβά και ο Ντούκου απέρριψε και τους δύο, ενώ προσπάθησε ανεπιτυχώς να τους σκοτώσει. Έπειτα, η Βέντρες επέστρεψε στο Ντάθομιρ και συνέχισε να κάνει σχέδια για εκδίκηση. Ο κόμης στόχευσε τις αδερφές του σκότους και τους έστειλε τον Στρατηγό Γκρίβους και τον στρατό ανδροειδών για να τις σκοτώσουν. Τελικά, κατάφεραν να τις εξοντώσουν όλες εκτός απο τη Βέντρες και την Τάλζιν, οι οποίες διέφυγαν.

Η Βέντρες στεναχωρήθηκε βαθιά για τον χαμό της νέας της οικογένειας και έτσι ξεκίνησε να περιφέρεται στο γαλαξία σε αναζήτηση ενός σκοπού. Τελικά, έγινε κυνηγός επικυρηγμένων και κατάφερε να γίνει αρκετά καλή σε αυτό. Η Βέντρες είχε κάποιες απροσδόκητες συμμαχίες, με πρώην εχθρούς της, όπως ο Όμπι-Ουάν Κενόμπι και η Ασόκα Τάνο, τους οποίους δέχθηκε να βοηθήσει. Κοντά στα τέλη του πολέμου, συνάντησε τον Κουίνλαν Βος, έναν Τζεντάι που στάλθηκε να σκοτώσει τον Κόμη Ντούκου, για να τελειώσει ο πόλεμος. Οι δυο τους συμμάχησαν, η Βέντρες όμως ήταν υπό το πρόσχημα ενός κυνηγού επικηρυγμένων, αλλά τελικά αποκάλυψε την ταυτότητα και το στόχο της, όταν οι δυο τους ερωτεύτηκαν. Η Βέντρες εκπαίδευσε το Βος στις τεχνικές που της έμαθε ο πρώην δάσκαλος της για να τον προετοιμάσει για το απόπειρα δολοφονίας του κόμη. Έπειτα, προσπάθησαν να σκοτώσουν το Ντούκου, όμως δεν τα κατάφεραν και η Βέντρες αναγκάστηκε να φύγει, ενώ ο Βος πιάστηκε αιχμάλωτος. Εκείνη συνεργάστηκε με τον Όμπι-Ουάν Κενόμπι και τον Άνακιν Σκαϊγουόκερ για να τον απελευθερώσουν, όμως μετά απο μήνες βασανιστηρίων ο Κουίνλαν Βος είχε πέσει στη σκοτεινή πλευρά. Ενώ η Βέντρες είχε αισθανθεί τη πτώση του Βος, εκείνος αρνούνταν να το πιστέψει και στάλθηκε ξανά απο το Συμβούλιο των Τζεντάι σε προσπάθεια εξόντωσης του Ντούκου. Η Βέντρες τον βοήθησε, όμως δεν τα κατάφεραν και ο Βος υποτάχθηκε πλήρως στη σκοτεινή πλευρά. Η Βέντρες δεν δέχθηκε να τον ακολουθήσει σε αυτό και απρόθυμα τον βοήθησε να ξεφύγει απο τους Τζεντάι. Αντιθέτως, αυτοθυσιάστηκε για να προστατεύσει τον Βος απο μια επίθεση του Ντούκου. Ο θάνατος της υπήρξε το κίνητρο για τον Βος να απαρνηθεί τη σκοτεινή πλευρά και τιμήθηκε για την αυτοθυσία της απο το Συμβούλιο των Τζεντάι. Η σωρός της Βέντρες αφέθηκε σε μια υδάτινη περιοχή σε ένα χωριό του Ντάθομιρ.

Community content is available under CC-BY-SA unless otherwise noted.